εύμνοστος

-η, -ο και έμνοστος, -η, -ο (Μ εὔμνοστος, -ον και ἔμνοστος, -ον και ἔμνοστος, -η, -ον)
1. νόστιμος, ωραίος, χαριτωμένος, ελκυστικός
2. (για φρούτα) εύγευστος, νόστιμος
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τo εὔμνοστον
η ευμνοστία, η ωραιότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. έμνοστος < εύνοστος* (πρβλ. λάμνω < ελαύνω)
ο τ. εύμνοστος πιθ. από συμφυρμό τών εύνοστος + έμνοστος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευμνοστία — εὐμνοστία, ἡ (Μ) [εὔμνοστος] η ιδιότητα τού ευμνόστου, ωραιότητα …   Dictionary of Greek

  • εύνοστος — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του Ηλιέα και της Σκιάδας, που τον λάτρευαν κυρίως στην Τανάγρα ως προστάτη των ποντοπόρων από τις τρικυμίες αλλά και των στεριανών από τους σεισμούς και την ξηρασία. Τον είχε αναθρέψει η νύμφη Ευνόστη και τον αγάπησε… …   Dictionary of Greek

  • πανεύμνοστος — ον, Μ πολύ όμορφος, νοστιμότατος, πανέμορφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + εὔμνοστος «ωραίος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.